Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

boyaux στα ελληνικά
boyaux
λέγεται
μπουαγιό
.
boyaux
σημαίνει στα ελληνικά
άντερα / εντόσθια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- catgut / boyau de chat : χορδή από έντερο
- J box / cuve en J : τζέι μποξ
- boyau / fil de gril inactif : νεκρό νήμα πέλους
- boyau : έντερα
- gros boyau / côlon hélicoïdal : παχύ έντερο
- sans boyaux : χωρίς έντερα
- guide-boyau : οδηγός υφάσματος σε μορφή κορδονιού
- ouvre-boyau : μετατροπή υφάσματος από μορφή κορδονιού σε μορφή ανοιχτού πλάτους
- fil à boyaux / filé tordu à noeuds : στριμμένο νήμα με κόμπους
- sans boyaux : απεντερωμένος,-η,-ο
Subscribe
0 Comments


