Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

branchies στα ελληνικά
branchies
λέγεται
μπρανσί
.
branchies
σημαίνει στα ελληνικά
βράγχια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- branchie : βράγχια / σπάραχνα
- dactylogyrose : Γυροδακτύλωση
- poisson caqué / poisson sans ouïes : ψάρι χωρίς βράγχια
- sans branchies : χωρίς βράγχια
- vidés et sans branchies : (ιχθύες) κενοί, χωρίς βράγχια
Subscribe
0 Comments


