Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

brève στα ελληνικά
brève
λέγεται
μπρεβ
.
brève
σημαίνει στα ελληνικά
βραχύ / ’ bref
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- BREF / document de référence MTD : έγγραφο αναφοράς ΒΔΤ / έγγραφο αναφοράς βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών
- bref : φευγαλέος
- DOTS / traitement de brève durée sous surveillance directe : DOTS / βραχεία αντιφυματική θεραπεία με άμεση ιατρική επίβλεψη
- son bref : σύριγμα βραχύ
- pasteurisation HTST / H.T.S.T. : παστερίωση HTST / παστερίωση H.T.S.T.
- bref délai : σύντομη προθεσμία
- à bref délai : χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση
- brève de Koch : πίττα του Κοχ
- brève du Japon : πίττα ιαπωνική
- intervention brève : βραχεία παρέμβαση
Subscribe
0 Comments


