Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

brindille στα ελληνικά
brindille
λέγεται
μπρενντίγ
.
brindille
σημαίνει στα ελληνικά
κλαδάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- brindille couronnée : λεπτοκλάδι
- brindille de bouleau : λιανόκλαδο σημύδας
- barrage de fascines / barrage de brindilles : φράκτης από θάμνους
Subscribe
0 Comments


