Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

brouille στα ελληνικά
brouille
λέγεται
μπρούιγ
.
brouille
σημαίνει στα ελληνικά
ψυχρότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- image brouillée (Preferred) / texte brouillé : κωδικοποιημένη εικόνα / κρυπτογραφική εκτύπωση
- service brouillé : παρεμβαλλόμενη υπηρεσία
- système brouillé : παρεμβαλλόμενο σύστημα
- station brouillée : παρεμβαλλόμενος σταθμός
- dossier "écriture" / corbeille "brouillons" : πρόχειρο
- porteuse brouillée : παρεμβαλλόμενη φέρουσα
- technique avec signaux ne se brouillant pas mutuellement : τεχνική χρησιμοποίησης μη παρεμβαλλομένων σημάτων
Subscribe
0 Comments


