Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

calage στα ελληνικά
calage
λέγεται
καλάζ
.
calage
σημαίνει στα ελληνικά
καλάρισμα / σφήνωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- calage / verrouillage : συγκράτηση ενός σημείου μιας κυματομορφής σε μια αυθαίρετη στάθμη
- calage : χρονισμός
- calage / angle de pas : γωνία βήματος πτερυγίων
- calage : Πυρίμαχα / τοίχος από μάσκες
- calage / étalonnage : βαθμονόμηση προτύπου
- calage / blocage : σφήνωση
- calage : σφήνωση
- calage / calage du moteur : διακοπή λειτουργίας / σβήσιμο κινητήρα οχήματος εν κινήσει
- calage : ευθυγράμμιση αεροσκάφους / ρύθμιση μηχανικών συστημάτων ελέγχου
Subscribe
0 Comments


