Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

calanque στα ελληνικά
calanque
λέγεται
καλάνκ
.
calanque
σημαίνει στα ελληνικά
βραχώδης κόλπος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- calanque : ορμίσκος
- anse / crique : ορμίσκος
- anse / crique : πόρος / είσοδος
Subscribe
0 Comments


