Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cambriolage στα ελληνικά
cambriolage
λέγεται
κανμπριολάζ
.
cambriolage
σημαίνει στα ελληνικά
διάρρηξη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cambriolage de pharmacie : διάρρηξη φαρμακείου
- cambriolages de pharmacies : διαρρήξεις φαρμακείων
Subscribe
0 Comments


