Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

camper στα ελληνικά
camper
λέγεται
κανπέ
.
camper
σημαίνει στα ελληνικά
στρατοπεδώνω / κατασκηνώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ligne de Camper : γραμμή του CAMPER
- aponévrose de Camper : το εκ λιπώδους χαλαρού συνδετικού ιστού στρώμα του επιπολής περιτονίας του υπογαστρίου
- angle facial de Camper : προσωπική γωνία
- plan auriculo-nasal de Camper : ωτορρινικόν επίπεδον του CAMPER
Subscribe
0 Comments


