Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

campeur στα ελληνικά
campeur
λέγεται
κανπέρ
.
campeur
σημαίνει στα ελληνικά
κατασκηνωτής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tente pour campeur : σκηνή κατασκήνωσης
Subscribe
0 Comments


