Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

capturer στα ελληνικά
capturer
λέγεται
καπτυρέ
.
capturer
σημαίνει στα ελληνικά
αιχμαλωτίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- capturer : αλιεύω
- absorber / capturer : ενσωματώνω / συλλαμβάνω
- vidanger / capturer tous les poissons d'un étang : εκκενώνω / συλλέγω τα ψάρια μιας λεκάνης εκτροφής
- capture : σύλληψη / ενσωμάτωση
- capture : υφαρπαγή
- capture / recueillement : συλλογή / σύλληψη
- capture : άμεση κτήση δεδομένων
- prise / capture : αλίευμα / ψαριά(κν.)
- capture / accrochage : λήψη / σύλληψη
- capture : σύλληψη
Subscribe
0 Comments


