Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

caractère στα ελληνικά
caractère
λέγεται
καρακτέρ
.
caractère
σημαίνει στα ελληνικά
χαρακτήρας / στοιχείο / τύπος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- trait / caractère : γνώρισμα
- caractère : χαρακτήρας
- caractère / caractéristique : χαρακτηριστικό
- caractère / oeil d'un caractère : τύπος χαρακτήρων
- qualité / caractère : χαρακτηριστικό
- caractère : χαρακτήρας / χαρακτηριστικό
- groupe de travail "article 29" (Preferred) / groupe de protection des personnes à l'égard du traitement des données à caractère personnel : Ομάδα του άρθρου 29 / Ομάδα προστασίας των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
Subscribe
0 Comments


