Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

carreau στα ελληνικά
carreau
λέγεται
καρό
.
carreau
σημαίνει στα ελληνικά
τζάμι / πλακάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cyprin / carreau : πεταλούδα / κουτσουράς
- carreau / dalles de parquet : μωσαϊκό παρκέτο
- coupe / carreau : υλοτόμιον
- vibord / carreau : ζωστήρας / σειρά ελασμάτων ζωστήρα
- carreau comprest / azulejo : ψηφιδωτά πλακίδια
- carreaux / carrelage : δάπεδο με πλακάκια
- quadrillé / à carreaux : καρό τετράγωνα διαφορετικού χρώματος
- carreleur / poseur de carreaux(B) : πλακοστρωτής
- CMC / Groupement des producteurs de carreaux céramiques du Marché commun : νωση Παραγωγών Κεραμικών Πλακιδίων της Κοινής Αγοράς
- sous-carreau : σειρά ελασμάτων κατώτερου καταστρώματος
Subscribe
0 Comments


