Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cartonner στα ελληνικά
cartonner
λέγεται
καρτονέ
.
cartonner
σημαίνει στα ελληνικά
πετυχαίνω διάνα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- livre relié / livre cartonné : χαρτόδετο βιβλίο
- livre cartonné : χαρτόδετο βιβλίο
- support cartonné : χαρτόδισκος
- édition cartonnée : χαρτόδετος έκδοσις
- machine à faire les tops / machine à couvrir les livres cartonnés : μηχανή κατασκευής των tops / μηχανή επικάλυψης των χαρτόδετων βιβλίων
- machine à fabriquer les couvertures de livres cartonnés : μηχανή κατασκευής εξώφυλλων των χαρτόδετων βιβλίων
Subscribe
0 Comments


