Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

caverne στα ελληνικά
caverne
λέγεται
καβέρν
.
caverne
σημαίνει στα ελληνικά
σπηλιά / σπήλαιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- caverne : υπόγειο σπήλαιο/άντρο
- cavité / caverne : κοιλότης
- caverne : σπήλαιο / παθολογική κοιλότης
- eau de caverne : σπηλαίον ύδωρ
- caverne rigide : δύσκαμπτο σπήλαιο
- caverne précoce : πρόωρο σπήλαιο
- pompe de caverne : αντλία σπηλαίου
- caverne soufflée / caverne ballonnisée : φυματιώδες σπήλαιο
- caverne élastique : ελαστική κοιλότης
- caverne cancéreuse : καρκινική κοιλότης
Subscribe
0 Comments


