Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

cécité στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
cécité
λέγεται
σεσιτέ
.
cécité
σημαίνει στα ελληνικά
τυφλότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • héméralopie / cécité scotopique : ημεραλωπία
  • onchocercose / cécité des rivières : ογκοκέρκωσις / οζώδης τροπική δερματίτις
  • cécité spatiale : οπτική αγνωσία
  • cécité des neiges / ophthalmia nivalis : τύφλωση από χιόνι / επιπεφυκίτιδα χιονιού
  • cécité par glaucome : γλαύκωσις
  • cécité fonctionnelle : λειτουργική τύφλωση ψυχογενής τύφλωση
  • cécité commotionnelle : τύφλωσις από διάσειση
  • cécité pratiquement complète : δυνητική τύφλωση
  • Entraide européenne pour la prévention de la cécité : Ευρωπαϊκοί Εταίροι για την Πρόληψη της Τύφλωσης

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments