Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cécité στα ελληνικά
cécité
λέγεται
σεσιτέ
.
cécité
σημαίνει στα ελληνικά
τυφλότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- héméralopie / cécité scotopique : ημεραλωπία
- onchocercose / cécité des rivières : ογκοκέρκωσις / οζώδης τροπική δερματίτις
- cécité spatiale : οπτική αγνωσία
- cécité des neiges / ophthalmia nivalis : τύφλωση από χιόνι / επιπεφυκίτιδα χιονιού
- cécité par glaucome : γλαύκωσις
- cécité fonctionnelle : λειτουργική τύφλωση ψυχογενής τύφλωση
- cécité commotionnelle : τύφλωσις από διάσειση
- cécité pratiquement complète : δυνητική τύφλωση
- Entraide européenne pour la prévention de la cécité : Ευρωπαϊκοί Εταίροι για την Πρόληψη της Τύφλωσης
Subscribe
0 Comments


