Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cerf στα ελληνικά
cerf
λέγεται
σερ
.
cerf
σημαίνει στα ελληνικά
ελάφι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cerf : ελαφίδες/έλαφος
- Cerf : ελάφι
- biche / cerf femelle : ελαφίνα / θηλυκό ελάφι
- MDC / maladie débilitante chronique : ΧΕΝ / χρόνια εξασθενητική νόσος
- guémal / cerf des Andes septentrionales : γουεμάλ / ιπποκάμηλος των ΖΑνδεων
- cerf-lyre / cerf d'Eld : θαμίν
- cerf volant / traite en l'air : δολίως εκδιδόμενο γραμμάτιο ή συναλλαγματική
- cerf commun : ελάφι
- cerf-volant : λέκανος ο κέρβος
- cochon-cerf / potamochère : χοιρέλαφος / ποταμόχοιρος
Subscribe
0 Comments


