Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chagrin στα ελληνικά
chagrin
λέγεται
σαγκρέν
.
chagrin
σημαίνει στα ελληνικά
στενοχώρια / λυπημένος / περίλυπος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- squale chagrin de l'Atlantique / faux siki : GUQ / αγκαθίτης του Ατλαντικού
- squale-chagrin de l'Atlantique / faux siki : αγκαθίτης του Ατλαντικού
- centrophore / requin chagrin : κοκκοκεντροφόρος (Preferred) / κεντρόνι
- raie chardon / MUL : ακανθόβατος
- requin chagrin / squale-chagrin commun : GUP / αγκαθίτης κεντρόνι
- peau de chagrin / dermatite chronique du goudron : χρόνια δερματίτιδα από την πίσσα / χρονική δερματίτιδα οφειλόμενη στην πίσσα
- petit squale-chagrin / MUL : CPL / Centrophorus lusitanicus
Subscribe
0 Comments


