Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chant στα ελληνικά
chant
λέγεται
σαν
.
chant
σημαίνει στα ελληνικά
άσμα / ψαλμός / κελάδημα / λάλημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sur chant : στοίβαξη σε στηρίγματα-ποδαράκια
- chant fermé : κλειστά σόκορα
- chant du coq : λαρυγγικός συριγμός
- cuit sur chant : ψήσιμο πάνω σε υποστηρίγματα
- collage sur chant / encollage du chant : κόλληση επάνω στο σόκορο
- collage sur champ / collage sur chant : συγκόλληση κάθετα στα "νερά" του ξύλου
- soudure sur chant : μετωπική ραφή συγκολλήσεως
- empilage sur rive / empilage sur chant : κάθετος στοίβαξις
- apparence du chant : εμφάνιση των άκρων / εμφάνιση των σόκορων
- définition de bord / définition de chant : καθορισμός ορίου
Subscribe
0 Comments


