Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

charnu στα ελληνικά
charnu
λέγεται
σαρνύ
.
charnu
σημαίνει στα ελληνικά
εύσαρκος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- charnu / bien en chair : σαρκωμένος
- hymen charnu : σαρκώδης υμένας
- feuille charnue : φύλλα με ύλη / σαρκώδη φύλλα
- bourgeon charnu / bourgeon exubérant : "άγρια σάρκα" / κοκκιωματώδης υπερπλαστικός ιστός
- crevette charnue : σαρκογαρίδα
- bourgeon charnu irritable : ευερέθιστος σαρκοφυία
- bourgeons charnus torpides : αδρανή κοκκία
- une carcasse doit être raisonnablement bien charnue : το σφάγιο πρέπει να έχει αρκετή ποσότητα κρέατος
- machine à retirer les enveloppes charnues ou fibreuses des noix, amandes, etc : αποφλοιωτική μηχανή καρυδιών,αμυγδάλων κ.τ.λ
Subscribe
0 Comments


