Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

charte στα ελληνικά
charte
λέγεται
σαρτ
.
charte
σημαίνει στα ελληνικά
συνταγματικός χάρτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- charte : Χάρτης/Χάρτα (νομική πράξη)
- charte : χάρτης
- CIRCE / charte interbancaire régissant les conditions d'échange du système interbancaire de télécompensation : CIRCE
- Traité sur la Charte de l'énergie / TCE : ΣΧE / Συνθήκη για το Χάρτη ενέργειας
- nolisement / affrètement : ναυλοσύμφωνο
- CIE / Charte internationale de l'énergie : Διεθνής Χάρτης Ενέργειας
- charte-partie / accord d'affrètement : ναυλοσύμφωνο ή ναυλοσυμφωνητικό
- charte-partie / police d'affrètement : σύμβαση για ναύλωση / συμβόλαιο για ναύλωση
- Charte de Paris / Charte de Paris pour une nouvelle Europe : Χάρτα των Παρισίων για μια Νέα Ευρώπη
Subscribe
0 Comments


