Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chas στα ελληνικά
chas
λέγεται
σα
.
chas
σημαίνει στα ελληνικά
βελονότρυπα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chas : τρύπα
- alêne avec chas : σουβλί με οπή
- chirurgien chas-chas : ψάρι χειρουργός
Subscribe
0 Comments


