Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cheminée στα ελληνικά
cheminée
λέγεται
σεμινέ
.
cheminée
σημαίνει στα ελληνικά
τζάκι / καμινάδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cheminée : καπνοδόχος
- puits / cheminée : οπή αναρτήσεως
- cheminée : φουγάρο
- cheminée : αεραγωγός
- cheminée : καταπακτή απόρριψης
- cheminée : καπναγωγός / καπνοδόχος
- cheminée / ouverture apicale : αεραγωγός οθόνης αλεξίπτωτου
- cheminer : οδηγώ διέλευση συρματοσχοίνων
- traînasse / cheminée traînante : καπναγωγός
Subscribe
0 Comments


