Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chewing-gum στα ελληνικά
chewing-gum
λέγεται
σουινγκόμ
.
chewing-gum
σημαίνει στα ελληνικά
τσίχλα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chique / chewing-gum : τσίχλα / κόμμι μασήματος
- bubble gum / master blend : master blend / βάση τσικλόφουσκας
Subscribe
0 Comments


