Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chirurgical στα ελληνικά
chirurgical
λέγεται
σιρυρζικάλ
.
chirurgical
σημαίνει στα ελληνικά
χειρουργικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- herniotomie / cure de hernie : κηλοτομία / εγχείρηση κήλης
- anastomose / anastomose opératoire : αναστόμωση
- opération / opération chirurgicale : χειρουργική επέμβαση
- camion hôpital / voiture chirurgicale : αυτοκίνητο χειρουργείο
- lit opératoire / lit chirurgical : χειρουργική κλίνη / κρεββάτι για χειρουργικές επεμβάσεις
- col chirurgical : χειρουργικός αυχένας
- acte chirurgical : χειρουργική επέμβαση
- noeud chirurgical / noeud de chirurgien : κόμβος των χειρουργών
- noeud chirurgical : χειρουργικός δεσμός / χειρουργικός κόμβος
- frais chirurgicaux : έξοδα χειρουργικών επεμβάσεων
Subscribe
0 Comments


