Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chronométrer στα ελληνικά
chronométrer
λέγεται
κρονομετρέ
.
chronométrer
σημαίνει στα ελληνικά
χρονομετρώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
