Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cigale στα ελληνικά
cigale
λέγεται
σιγκάλ
.
cigale
σημαίνει στα ελληνικά
τζιτζίκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cigale / organeau de l'ancre : ανέλο(κν.) / κρίκος άγκυρας
- cigales : λασποκαβούρια
- LOS / cigales de mer : λύρα της Θάλασσας
- petite cigale : σκύλλαρος
- cigales de mer : λασποκαβούρια
- petite cigale de mer : αστακούδι
- grande cigale de mer : καρακούκος
Subscribe
0 Comments


