Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cimenter στα ελληνικά
cimenter
λέγεται
σιμαντέ
.
cimenter
σημαίνει στα ελληνικά
τσιμεντώνω / εδραιώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cimenter : κονιαματοποιώ
- aire en dur / aire cimentée : σκληρή επιφάνεια
- fosse cimentée / fosse de béton : φρέαρ από σκυρόδεμα
- machine à cimenter : μηχάνημα συγκολλήσεως με κονία
- meule artificielle cimentée : τεχνητή μυλόπετρα / τεχνητός ψαμμόλιθος
- le sondage était obturé par bouchon auto-calant, tubé et cimenté : η ερευνητική γεώτρηση σφραγίσθηκε με πώμα αυτο-έμφραξης,σωληνώθηκε και τσιμεντώθηκε
Subscribe
0 Comments


