Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cintré στα ελληνικά
cintré
λέγεται
σιντρέ
.
cintré
σημαίνει στα ελληνικά
μαζεμένος στη μέση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cintré : θολωτός / τοξωτός
- cintre : κρεμάστρα ρούχων
- cintre / échafaudage : ικρίωμα
- cintre / armement de voute : θολότυποι / κεντράρισμα
- cintrer : κυρτώνω
- tôl cintrée : κοίλο φύλλο
- rail cintré / rail infléchi : καμπυλωμένη σιδηροτροχιά
- bois cintré : κεκαμμένη ξυλεία,καμπύλη ξυλεία
- verre cintré : καμπυλωτό γυαλί
- pince à cintrer : πένσα / τσιμπίδα
Subscribe
0 Comments


