Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

classique στα ελληνικά
classique
λέγεται
κλασίκ
.
classique
σημαίνει στα ελληνικά
κλασικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- usuel / courant : Συμβατικός
- classique : κλασσικός
- soc normal / soc classique : κανονικό υνί / υνί με ευθύ προέκταμα αναστρεπτήρα
- herse en Z / herse zigzag : σβάρνα σχήματος Ζ
- peste porcine / peste porcine classique : κλασική πανώλη των χοίρων
- benne / remorque à un essieu : δίτροχος ρυμούλκα / μονοαξονική ρυμούλκα
- JF / MUF classique : κλασσική MUF / συχνότητα επαφής
- JF / MUF classique : JF / κλασική MUF
- arme conventionnelle (Preferred) / arme classique : συμβατικό όπλο / συμβατικές δυνάμεις
- CCAC / convention sur les armes classiques : Σύμβαση για την απαγόρευση ή περιορισμό χρήσης ορισμένων συμβατικών όπλων που μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικώς επιβλαβή ή ως προκαλούντα αδιακρίτως αποτελέσματα / Σύμβαση για τα απάνθρωπα όπλα
Subscribe
0 Comments


