Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

clin στα ελληνικά
clin
λέγεται
κλεν
.
clin
σημαίνει στα ελληνικά
faire un clin d’oeil κλείνω το μάτι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- clins : ποδολαβή
- clin foc : πρόθοος / κόντρα φλόκος
- essentage / bardage en planches : σανίδες επικάλυψης / επένδυση με επικαλυπτόμενες σανίδες
- joint à clin : αρμός με επικάλυψη
- soudure à clin / soudure à recouvrement : εξωραφή συγκολλήσεως σε ελάσματα με επικάλυψη
- soudure à clin / soudure à recouvrement : εξωραφή συγκολλήσεως σε σύνδεση με επικάλυψη
- clin à feuillure : επένδυση με αυλακωτές σανίδες
- bâton de clin foc : επιδορατίδα / κόντρα μπαστούνι
- virure recouvrante / virure de clin extérieur : εξωτερική σειρά επηγκενίδων,μαδεριών ή ελασμάτων
- soudure à clin oblique : εξωραφή συγκολλήσεως λοξών άκρων
Subscribe
0 Comments


