Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

clin στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
clin
λέγεται
κλεν
.
clin
σημαίνει στα ελληνικά
faire un clin d’oeil κλείνω το μάτι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • clins : ποδολαβή
  • clin foc : πρόθοος / κόντρα φλόκος
  • essentage / bardage en planches : σανίδες επικάλυψης / επένδυση με επικαλυπτόμενες σανίδες
  • joint à clin : αρμός με επικάλυψη
  • soudure à clin / soudure à recouvrement : εξωραφή συγκολλήσεως σε ελάσματα με επικάλυψη
  • soudure à clin / soudure à recouvrement : εξωραφή συγκολλήσεως σε σύνδεση με επικάλυψη
  • clin à feuillure : επένδυση με αυλακωτές σανίδες
  • bâton de clin foc : επιδορατίδα / κόντρα μπαστούνι
  • virure recouvrante / virure de clin extérieur : εξωτερική σειρά επηγκενίδων,μαδεριών ή ελασμάτων
  • soudure à clin oblique : εξωραφή συγκολλήσεως λοξών άκρων

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments