Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

clôturer στα ελληνικά
clôturer
λέγεται
κλοτυρέ
.
clôturer
σημαίνει στα ελληνικά
περιφράζω / κλείνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- clôture : περίφραξη
- clôture : περίφραξη / περιμάνδρωση
- clôture : φράκτης
- clôture : διαχωριστικόν ανάχωμα / διαχωριστικός φράκτης
- clôture / débouclage : ρευστοποίηση
- liquidation / clôture de position : κλείσιμο θέσης
- exit / sortie : έξοδος από το σύστημα
- piquet / poteau : πάσσαλος φράκτη / πάσσαλος περίβολου
- cas clôturé : υπόθεση που έκλεισε
Subscribe
0 Comments


