Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

colonel στα ελληνικά
colonel
λέγεται
κολονέλ
.
colonel
σημαίνει στα ελληνικά
συνταγματάρχης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- COL / Colonel : Σμήναρχος
- colonel : συνταγματάρχης
- Colonel : Σ/χης
- la Colombie / la République de Colombie : Κολομβία / Δημοκρατία της Κολομβίας
- COL / corail rouge : Αντισμήναρχος
- lieutenant-colonel : Ανχης / Αντισυνταγματάρχης
- lieutenant-colonel : αντισυνταγματάρχης
Subscribe
0 Comments


