Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

comète στα ελληνικά
comète
λέγεται
κομέτ
.
comète
σημαίνει στα ελληνικά
κομήτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- comète / saurel tacheté : στρογγυλοσαύριδο
- WEC / comète : σαυρίδια
- RSA / saurel japonais : κομήτης
- comète indienne : σαυρίδι του Ινδικού
- queue de comète : ουρά κομήτη
- saurel japonais / comète japonaise : σαυρίδι της Ιαπωνίας
Subscribe
0 Comments


