Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

commerce στα ελληνικά
commerce
λέγεται
κομέρς
.
commerce
σημαίνει στα ελληνικά
εμπόριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- négoce / commerce : εμπόριο / διαμεσολαβητικό εμπόριο
- CNUCED / Conférence des Nations unies sur le commerce et le développement : ΔΗΕΕΑ / Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη
- CAVICORG / Cavicorg : Διεπαγγελματικό Ταμείο Ασφαλίσεως Γήρατος των Βιομηχάνων και Εμπόρων Αλγερίας και Υπερποντίων
- CITES / Convention sur le commerce international des espèces de faune et de flore sauvages menacées d'extinction : Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (Preferred) / CITES
- Accord sur les obstacles techniques au commerce / Accord OTC : Συμφωνία για τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο
- ASSEDIC / Association pour l'emploi dans l'industrie et le commerce : ΄Ενωση για την Απασχόληση στη Βιομηχανία και το Εμπόριο
- protester / faire un protêt : διαμαρτύρηση
- démarchage à domicile (Preferred) / colportage : κατ' οίκον πώληση / πώληση πόρτα-πόρτα
- accord CDC / accord de commerce, de développement et de coopération : Συμφωνία για το εμπόριο, την ανάπτυξη και τη συνεργασία
- négociant / commerçant : έμπορος
Subscribe
0 Comments


