Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

commercial στα ελληνικά
commercial
λέγεται
κομερσιάλ
.
commercial
σημαίνει στα ελληνικά
εμπορικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- commercial : επάγγελμα / επιτήδευμα
- démarchage (Preferred) / marketing direct : άμεση πώληση
- négoce / commerce : εμπόριο / διαμεσολαβητικό εμπόριο
- signe & / esperluète : Ο χαρακτήρας'&'.
- RJE-civil / REJECIV : REJECIV / Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο για αστικές και εμπορικές υποθέσεις
- break / familiale : αυτοκίνητο εμπορικής χρήσεως
- fourgonnette / petit véhicule commercial : ελαφρό φορτηγό
- vitesse bloc / vitesse commerciale : ταχύτητα λειτουργίας
- comité FLEGT / comité "Application des réglementations forestières, gouvernance et échanges commerciaux (FLEGT)" : Επιτροπή FLEGT / Επιτροπή για την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας, τη διακυβέρνηση και το εμπόριο
- Comité de la politique commerciale - Experts (ATSI, services et investissements) / CPC - Experts : Επιτροπή Εμπορικής Πολιτικής - Εμπειρογνώμονες (STIS, Υπηρεσίες και Επενδύσεις) / Επιτροπή Εμπορικής Πολιτικής - Εμπειρογνώμονες (STIS, Υπηρεσίες και Επενδύσεις, Αμοιβαία αναγνώριση) (Obsolete)
Subscribe
0 Comments


