Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

compas στα ελληνικά
compas
λέγεται
κονπά
.
compas
σημαίνει στα ελληνικά
πυξίδα / διαβήτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- compas : διαβήτης
- compas / boussole : πυξίδα
- compas / compas de navigation : πυξίδα ναυσιπλοΐας
- compas : σύνδεσμοι στρέψης
- compas : αντιστρεπτικοί σύνδεσμοι
- diviseur / compas à pointes : διαχωριστής / διαβήτης με πόντες
- gyrocompas / compas gyroscopique : γυροσκόπιο / γυροσκοπική πυξίδα
- bastringue / compas forestier : παχύμετρο
- gyrocompas / gyro-compas : γυροπυξίδα / γυροσκοπική πυξίδα
Subscribe
0 Comments


