Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

complément στα ελληνικά
complément
λέγεται
κονπλεμάν
.
complément
σημαίνει στα ελληνικά
συμπλήρωμα / αντικείμενο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- complément : Συμπλήρωμα / συμπλήρωμα
- complément : συμπληρωματικό σύστημα
- alexine / complément : αλεξίνη
- complément : κυτάση / αλεξίνη
- complément : συμπλήρωμα
- caryotype / formule chromosomique : καρυότυπος
- regarnir / complément de plantation : Εκτελώ συμπληρωματική φύτευση
- EGNOS / système européen de navigation par recouvrement géostationnaire : EGNOS / Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υπέρθεσης για τη Γεωστατική Πλοήγηση
- aide aux revenus / allocation de revenu : επίδομα εισοδήματος
- complémentation / complément alimentaire : συμπλήρωμα διατροφής
Subscribe
0 Comments


