Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

compliqué στα ελληνικά
compliqué
λέγεται
κονπλικέ
.
compliqué
σημαίνει στα ελληνικά
πολύπλοκος / μπερδεμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- compliqué : επιπλεγμένος
- fracture compliquée : επιπεπλεγμένο κάταγμα
- migraine compliquée : επιπεπλεγμένη ημικρανία
- dermatite non compliquée : απλή δερματίτις χωρίς επιπλοκές
- hétérochromie compliquée de Fuchs : ετεροχρωμία του Fuchs / κυκλιτική ετεροχρωμία του Fuchs
Subscribe
0 Comments


