Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

comptable στα ελληνικά
comptable
λέγεται
κοντάμπλ
.
comptable
σημαίνει στα ελληνικά
λογιστικός / λογιστής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- comptable : υπόλογος
- comptable / comptable et régisseur d'avances : υπόλογος
- exercice / exercice budgétaire : οικονομικό έτος
- comptable : λογιστής
- comptable : υπάλληλος λογιστηρίου
- comptable / employé des services de paie : υπάλληλος υπηρεσίας πληρωμών
- audit / révision : έλεγχος των λογαριασμών
- reprise / reprise comptable : ανάληψη / λογιστική ανάληψη
- prix fantôme / prix virtuel : σκιώδης τιμή
Subscribe
0 Comments


