Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

concert στα ελληνικά
concert
λέγεται
κονσέρ
.
concert
σημαίνει στα ελληνικά
συναυλία / de concert μαζί
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- piano de concert / piano à grande queue : πιάνο κοντσέρτου / πιάνο με μεγάλη ουρά
- concert sur l'eau : συναυλία στο νερό
- action de concert : συμφωνία επενδυτών / ομόφωνη ενέργεια επενδυτών
- concert de Rock "The Wall" : συναυλία ροκ "The Wall"
- billet d'entrée pour concert : εισιτήριο συναυλιών
- personnes agissant de concert : πρόσωπα που ενεργούν σε συνεννόηση
- personnes agissant de concert : πρόσωπα που δρουν από κοινού
Subscribe
0 Comments


