Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

concurrent στα ελληνικά
concurrent
λέγεται
κονκυράν
.
concurrent
σημαίνει στα ελληνικά
ανταγωνιστής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- concurrent / compétiteur : ανταγωνιστής
- concurrent réel : πραγματικός ανταγωνιστής
- accès concurrent : συνδρομή / σύνδρομη πρόσβαση
- accès concurrent / accès conflictuel : σύνδρομη προσπέλαση
- cause concurrente : συντρέχουσα αιτία
- risque concurrent : συντρέχων κίνδυνος
- offre concurrente : ανταγωνιστική προσφορά
- produit concurrent : ανταγωνιστικό προϊόν
- compétence partagée / compétence concurrente : συντρέχουσα αρμοδιότητα
Subscribe
0 Comments


