Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

condom στα ελληνικά
condom
λέγεται
κονντόμ
.
condom
σημαίνει στα ελληνικά
καπότα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- condom / préservatif : καπότα / προφυλακτικό
- condom / préservatif : προφυλακτικό
- avec condom : με προφυλακτικό
- coït avec condom : συνουσία με προφυλακτικό
Subscribe
0 Comments


