Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

congédier στα ελληνικά
congédier
λέγεται
κονζεντιέ
.
congédier
σημαίνει στα ελληνικά
σχολάω / διώχνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- congédier : απολύω / καταγγέλλω τη σύμβαση εργασίας
- congédier / remercier : απόλυση
- licencier l'équipage / payer et congédier un équipage : απολύω ένα πλήρωμα / πληρώνω και θέτω σε αργία ένα πλήρωμα
- congédier sans préavis / licencier sans préavis : απολύω με άμεση καταγγελία / απολύω με άτακτη καταγγελία
- renvoyer un bateau de sauvetage / congédier un bateau de sauvetage : αποπέμπω ένα ναυαγοσωστικό
Subscribe
0 Comments


