Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contester στα ελληνικά
contester
λέγεται
κοντεστέ
.
contester
σημαίνει στα ελληνικά
αμφισβητώ / διαφωνώ I αντιδικώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- contester : αμβισβητώ (την καταχώρηση)
- document contesté : αμφισβητούμενο έγγραφο
- créance incontestée / créance non contestée : μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις
- contester la validité : προσβάλλω την εγκυρότητα
- contester la responsabilité : αμφισβητώ την ευθύνη
- contester la validité du brevet : αμφισβητώ την εγκυρότητα του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας
- droit de contester la véracité de son propre dossier : δικαίωμα για αμφισβήτηση της αλήθειας του ατομικού μητρώου
- acte dont la validité ou l'interprétation est contestée : πράξη της οποίας το κύρος ή η ερμηνεία αμφισβητείται
Subscribe
0 Comments


