Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

contester στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
contester
λέγεται
κοντεστέ
.
contester
σημαίνει στα ελληνικά
αμφισβητώ / διαφωνώ I αντιδικώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • contester : αμβισβητώ (την καταχώρηση)
  • document contesté : αμφισβητούμενο έγγραφο
  • créance incontestée / créance non contestée : μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις
  • contester la validité : προσβάλλω την εγκυρότητα
  • contester la responsabilité : αμφισβητώ την ευθύνη
  • contester la validité du brevet : αμφισβητώ την εγκυρότητα του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας
  • droit de contester la véracité de son propre dossier : δικαίωμα για αμφισβήτηση της αλήθειας του ατομικού μητρώου
  • acte dont la validité ou l'interprétation est contestée : πράξη της οποίας το κύρος ή η ερμηνεία αμφισβητείται

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments