Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contraceptif στα ελληνικά
contraceptif
λέγεται
κοντρασεπτίφ
.
contraceptif
σημαίνει στα ελληνικά
αντισυλληπτικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- contraceptif : αντισυλληπτικός
- contraceptifs / anticonceptionnels : αντισυλληπτικά
- pilule contraceptive : αντισυλληπτικό χάπι
- matériel contraceptif : μέσο αντισύλληψης
- micro-pilule contraceptive : μικροαντισυλληπτικό
- moyen contraceptif intra-utérin : ενδομήτρια αντισυλληπτικά μέσα
- ictère post-contraceptif scandinave : ίκτερος Σκανδιναβίας
Subscribe
0 Comments


