Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

contradiction στα ελληνικά
contradiction
λέγεται
κοντραντιξιόν
.
contradiction
σημαίνει στα ελληνικά
αντίφαση / αντιλογία / αντίθεση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- contradictions : διαφοραί / ασυμφωνίαι
- contraire à / en contradiction avec : αντίθετος προς αντίκειται προς
- principe du contradictoire / principe de la contradiction : αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (Preferred) / αρχή της κατ'αντιδικίαν διεξαγωγής της δίκης
- indicateur de contradiction / indicateur du degré d'hétérogénéité des anticipations : δείκτης αντιγνωμίας της αγοράς
Subscribe
0 Comments


