Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

copilote στα ελληνικά
copilote
λέγεται
κοπιλότ
.
copilote
σημαίνει στα ελληνικά
συγκυβερνήτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
