Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

corde στα ελληνικά
corde
λέγεται
κορντ
.
corde
σημαίνει στα ελληνικά
σχοινί / χορδή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- corde : χορδή
- corde : χονδρό σχοινί
- corde : στρώμα ινών / σύνολο πλεγμένων ινών
- corde / broche : βελόνα χτενιού
- corde : σχοίνος,οργυιά(μέτρον εκτάσεως ξύλων)
- corde : χορδή αεροτομής
- corde / épaisseur à la corde primitive : χορδικό πάχος / χορδικό πλάτος οδόντος
- corde : σχοινί
- fils / ondes : σχοινία
Subscribe
0 Comments


