Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

cordon στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
cordon
λέγεται
κορντόν
.
cordon
σημαίνει στα ελληνικά
λωρίδα / κορδόνι / λώρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • cordon : κορδόνι
  • cordon : δακτυλίδι πρεσσαριστού καλουπιού
  • cordon : λωρίδα / ταινία
  • cordon : κορδόνι / αναδιπλωμένο άκρο
  • cordon : μονωτικό κορδόνι αρμού
  • cordon / cordon de connexion : κορδόνι
  • cordon : παρυφή δένδρων
  • dicorde / monocorde : βυσματοφόρο κορδόνι
  • maripose / bengali cordon-bleu : uragüeginthus bengalus
  • fil cordon : νήμα μαλλοβαμβάκινο

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments